|
Συγνώμη που γράφω το Έλληνες πάντα με κεφαλαίο!
 |
| © Ιάσονας Κάντας |
Μου μυρίζουν τα χνώτα σου. Γιατί είσαι τόσο σκούρος, πλύσου λίγο. Τι είναι αυτά τα περίεργα που τρως; Δεν μπορώ να ακούω τους σκόρπιους ήχους που βγαίνουν από το στόμα σου, δεν τους καταλαβαίνω! Μα πλένομαι, αλήθεια πλένομαι, κάθε μέρα πλένομαι, απλά είναι το δέρμα μου έτσι, ξέρετε τώρα, διαφορετικό. Αν θέλετε καθίστε να φάτε μαζί μου, είναι όμορφο να έχεις κάποιον δίπλα σου στο τραπέζι. Εμένα οι δικοί μου είναι όλοι πίσω στην πατρίδα.
Καταλαβαίνω ότι δεν με καταλαβαίνετε... Κι εγώ πολλές φορές δυσκολεύομαι να σας καταλάβω, αλλά σιγά σιγά μαθαίνω να αισθάνομαι τη γλώσσα σας. Κάποτε μου είχαν πει ότι μόνο όταν αισθανθείς μιαν άλλη ξένη γλώσσα θα μπορέσεις να την μάθεις, μόνο τότε. Και ξέρετε έχουν δίκιο. Μπορώ κι εγώ να σας μάθω μερικές λέξεις στη δική μου γλώσσα. Αν θέλετε βέβαια.
Μιλάς πολύ, ποιος σου έδωσε αυτό το δικαίωμα. Ξεθάρρεψες. Το ίδιο και οι όμοιοί σου. Είστε παντού μας έχετε περικυκλώσει. Το ξέρεις ότι μου στερείτε τις βόλτες μου στο κέντρο; Το αποφεύγω όπως τον διάολο. Το έχω γρουσουζιά να πέσω πάνω στις μούρες σας. Ποιος θα το φανταζότανε ότι η όψη μιας μαύρης γάτας δεν θα μου προκαλούσε τίποτα. Ε, ναι, αφού τώρα υπάρχετε εσείς! Τη δική σου φάτσα την έχω πλέον συνηθίσει, αλλά και αυτό γιατί παίρνεις λίγα και δε ζητάς. Αν αρχίσεις να ζητάς, κακό δικό σου θα είναι. Στα φανάρια θα καταλήξεις κακομοίρη μου, τʼακούς! Μη! Δεν σου έδωσα το λόγο. Δεν τελείωσα ακόμα. Μας κλέβετε, μας σκοτώνετε, παίρνετε τις δουλείες μας. Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι τα μπάσταρδά σας πειράζουν τα κορίτσια μας και τα μούλικά σας τυλίγουν τα αγόρια μας. Δεν τους μίλησε όμως κανείς για το που ταιριάζουν τα μεταξωτά βρακιά. Ταπεινότητα. Σεβασμός. Πείτε τους επιτέλους ότι το κεφάλι πρέπει να το έχουν χαμηλά. Ένας αριθμός είστε και αυτό λόγω των Ολυμπιακών. Ειδάλλως δεν θα ήσασταν ούτε αυτό!
Ξέρετε, τις προάλλες μιλούσα με έναν γέροντα, στο καφενείο στη γωνία που πηγαίνω αραιά και που και μου είπε: "Δεν βαριέσαι, όλοι μετανάστες είμαστε και πιο πολύ εμείς οι έλληνες", μου είπε ακόμα ότι το έλληνες το γράφει πάντα με μικρό, "μπας και σωθούμε", λέει. Με κέρασε και από τη ρακί του, για όλα αυτά που μου έχει κλέψει, για όλα εκείνα που μου σκοτώνει καθημερινά. Ύστερα μου ζήτησε συγνώμη κι έφυγε. Δεν πρόλαβα κι εγώ να του ζητήσω συγνώμη. Τη ζητάω όμως από εσάς.
Συγχωρέστε με για την οργή μου προς το κράτος σας, που μου απαγορεύει να καλύψω έστω τις βασικές μου ανάγκες, που με υποχρεώνει να ζω μακριά από την οικογένειά μου, που στοιβάζει τους φίλους μου σε άθλια υπόγεια, που με κάνει να πουλάω τα χέρια μου όσο όσο, που κάνει τα κορίτσια να πουλάνε το σώμα τους όπου όπου, για τις ουρές έξω από τις υπηρεσίες για μια άπιαστη πράσινη κάρτα, που την έχουμε πληρώσει όλοι δυο και τρεις και πόσες ακόμα φορές, που μένω εγκλωβισμένος μακριά από την πατρίδα, χωρίς πατρίδα πια, που φοβάμαι μην με πιάσουν και δεν πω τον σωστό αριθμό για να μη φάω ξύλο, αλλά ποτέ δεν θα είναι ο σωστός αριθμός. Συγνώμη που τα βράδια δεν βλέπω ηθελημένα όνειρα, για να μην έχετε να σκοτώνετε τη μέρα. Συγνώμη που το Έλληνες το γράφω πάντα με κεφαλαίο!
|