|
Daydreaming με τον Σπύρο Παλούκη
 |
| © Σπύρος Παλούκης |
Φωτογράφος, συγγραφέας, εμπνευστής και ιδιοκτήτης της εκδοτικής εταιρείας FATA MORGANA PUBLICATIONS, ο Σπύρος Παλούκης ξεκίνησε από την πόλη της Έδεσσας και μετά από σπουδές Πληροφορικής, Αμερικανικών Σπουδών, Φωτογραφίας και Δημιουργικής γραφής, συστήθηκε στο ευρύ κοινό με το βιβλίο «Ο Καρλομάγνος και η κάμερα με τα μυστικά». Συνεργάτης φωτογραφικών πρότζεκτ σε Ελλάδα και εξωτερικό, ο Σπύρος κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2009 το νέο του λεύκωμα ΕΔΕΣΣΑ/EDESSA, το οποίο αποτελεί μια φωτογραφική συνδιαλλαγή με τον γεννέθλιο τόπο του και την αφορμή για τη γνωριμία μας.
Τον συναντήσαμε ένα ηλιόλουστο απόγευμα στις Βρυξέλλες μεταξύ Chimay blanche, Duvel, ΠΑΟΚ και Σταντάρ Λιέγης. Τα στοιχεία ετερόκλιτα, όπως και η δραστηριότητά του. Όπως λέει όμως κι ο ίδιος, η τέχνη ενώνει και για το λόγου το αληθές μας παρουσιάζει το έργο του.
Ξεκινούμε με αφετηρία την Έδεσσα και η πρώτη ερώτηση νομίζω έρχεται από μόνη της: Πώς προέκυψε η φωτογραφία στη ζωή σου;
Ουσιαστικά βρίσκομαι στο Βέλγιο επειδή προέκυψε η φωτογραφία. Το Βέλγιο προέκυψε από σπόντα πριν από επτά χρόνια, όταν έψαχνα απεγνωσμένα να κάνω Erasmus και είχα ζητήσει από το γραφείο διασύνδεσης να με ενημερώσουν για τις επιλογές μου. Όπως αποδείχθηκε, είχα να επιλέξω μεταξύ του Βελγίου και του Τροντχάιμ της Νορβηγίας, με την μπίλια να κάθεται εν τέλει στο πρώτο και πιο συγκεκριμένα τη Γάνδη. Εκεί έκανα την πρώτη μου συνειδητή αγορά φωτογραφικής μηχανής, έχοντας μέχρι εκείνη την περίοδο μόνο αυτόματες, και εκεί προέκυψε και η φωτογραφία, για να ακολουθήσει συμπληρωματικά και το γράψιμο σαν τρόπος, θα έλεγα, «ψυχοθεραπείας». Έχοντας πολύ ελεύθερο χρόνο σε ένα άγνωστο μέρος, αυτό που με ηρεμούσε, με ευχαριστούσε και εν τέλει με γέμιζε μετά το τέλος των μαθημάτων ήταν να περπατάω βγάζοντας φωτογραφίες, ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα και την πόλη. Με την πάροδο του χρόνου, άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως κάποιες από τις φωτογραφίες αυτές να μπορούν να τις δουν και άλλοι. Έτσι ξεκινά το κεφάλαιο της φωτογραφίας, για αυτό και είμαι στο Βέλγιο και για αυτό έχω βάλει τα στοιχήματά μου εδώ.
|  | | | © Σπύρος Παλούκης | |
Έτσι γεννιέται λοιπόν η αγάπη σου για τη φωτογραφία, μία αγάπη όμως που κατάφερες να εξελίξεις σε επάγγελμα.
Προσγειώθηκα ξαφνικά σε μια χώρα και σε μια πόλη εντελώς άγνωστες, βρέθηκα για τα δικά μου δεδομένα σε έναν παράδεισο ηρεμίας, ομορφιάς και πολιτισμού εκ διαμέτρου αντίθετο με μία μικρή επαρχιακή πόλη. Όταν λοιπόν η πρώτη εικόνα σου από μία νέα πόλη είναι αυτή, λίγο ανοιξιάτικη και ταυτόχρονα ίσως λίγο μελαγχολική, αρχίζεις να βλέπεις με άλλα μάτια ακόμα και την εναλλαγή των εποχών και κινδυνεύεις να την ερωτευτείς, όπως και μου συνέβη τελικά. Από τότε έφυγα πολλές φορές και ξαναγύρισα ισάριθμες. Αν προσπαθήσω λοιπόν να κλείσω αυτόν τον κύκλο, ο οποίος βέβαια παραμένει ανοικτός, το στοίχημα που έχω βάλει από το 2005, όταν και μετά το τέλος των σπουδών μου έφυγα από τη χώρα, ήταν να επιστρέψω στο Βέλγιο μόνο υπό τους δικούς μου όρους, δηλαδή ως φωτογράφος και συγγραφέας, κάνοντας καλά τη δουλειά που αγαπώ και, αν αξιωθώ, να εγκατασταθώ εδώ, χρηματοδοτούμενος από την τέχνη αυτήν τη φορά.
Μιλώντας για το στοίχημα και τους όρους που θέτεις, στην παρουσίαση του λευκώματος περιέγραψες με έναν παραλληλισμό τον ρόλο που έχουν παίξει στο προσωπικό σου ταξίδι ο Καρλομάγνος, η Έδεσσα και το νέο πρότζεκτ που ετοιμάζεις. Τα τελευταία χρόνια έχω ξεκινήσει να κάνω δουλειά αυτό που αγαπώ. Μία από τις μεγάλες μου αγάπες είναι το ταξίδι, επομένως ο Καρλομάγνος είναι ένας φόρος τιμής στο ταξίδι στην Ευρώπη, στο τυχαίο, στο άγνωστο. Συμπυκνώνει μια πενταετία της ζωής μου ως ταξιδευτή χωρίς λόγο, αφού πλέον, δυστυχώς ή ευτυχώς, είμαι ταξιδευτής με λόγο. Η Έδεσσα αποτελεί το διαβατήριο για να βρεθώ στις Βρυξέλλες, είναι φόρος τιμής στη γενέτειρά μου (το τελευταίο βιβλίο για την πόλη βγήκε πριν από 19 χρόνια), ενώ το νέο βιβλίο με τον τίτλο Daydreaming και τα πορτραίτα 100 Ελλήνων του Βελγίου, εκφράζει την αγάπη μου για τις Βρυξέλλες. Είναι ας πούμε ένα τρίγωνο που συνδέει αυτές τις δουλειές μεταξύ τους.
Είναι όμως και ένα τρίγωνο που θέτει το πλαίσιο για το γενικότερο προσωπικό και επαγγελματικό σου πλάνο, από τη στιγμή που στόχος σου είναι να εγκατασταθείς ως ανεξάρτητος καλλιτέχνης στην πόλη;
Είναι μεγάλη κουβέντα να μιλήσεις για εγκατάσταση, καθώς αυτήν τη στιγμή ζω τρεις πραγματικότητες. Η μία είναι στη Θεσσαλονίκη. Εκεί επιτελείται μία φωτογραφική ζύμωση, παρέα με φίλους, εκεί έχω ζήσει την τελευταία δωδεκαετία της ζωής μου, εκεί θα γυρίσω θέλοντας και μη, λίγο σαν φοιτητής, λίγο σαν επαγγελματίας. Η δεύτερη είναι στην Έδεσσα. Εκεί είμαι το παιδί που μένει στο σπίτι των γονιών του, το οποίο έχει δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά και είναι αναγνωρίσιμη η δουλειά του, ενώ είμαι ανά πάσα στιγμή σε επικοινωνία με την πόλη για οτιδήποτε μου ζητηθεί, σαν να μένω εκεί. Η τρίτη είναι φυσικά το Βέλγιο, όπου με εντελώς διαφορετικές παρέες χτίζω κάτι αόρατο και πολύ μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, χωρίς τα οποία όμως δεν θα ήμουν εδώ. Όλα αυτά διασταυρώνονται, δεν ξέρω αν περιπλέκονται, επίκεντρο πάντα είναι όμως η δουλειά μου.
|  | | | © Σπύρος Παλούκης | |
Μιλώντας για διαφορετικούς κόσμους και δη την Έδεσσα, εκτός της καταγωγής σου, τι ήταν αυτό που σε ώθησε να ασχοληθείς με την πόλη αυτήν τη φορά καλλιτεχνικά ή, αν θες, επαγγελματικά;
Σαν Σπύρος, σαν φωτογράφος της Γάνδης, που βγαίνει έξω να φωτογραφήσει χωρίς να ξέρει τι και γιατί, ξεκίνησα πιο δειλά λίγο παλιότερα στην Έδεσσα. Μετά την επιβεβαίωση της κυκλοφορίας του Καρλομάγνου, ο εκδότης μου από το Μαγικό Κουτί, ο Νίκος Βλαντής, με τράβηξε από ένα πηγάδι αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον μου λέγοντάς μου να ασχοληθώ με αυτό στο οποίο είμαι καλός, χωρίς καμία βεβαιότητα φυσικά. Τότε ήταν που είπα πως η συγγραφή δεν αρκεί από μόνη της και θα κάνω την Έδεσσα βιβλίο. Η διαδικασία επιλογής των εικόνων δεν ήταν εύκολη. Ύστερα από σκέψη και μελέτη, οι εικόνες που σχημάτισα στο μυαλό μου για την Έδεσσα χωρίζονταν σε πρόσωπα, έθιμα, τοπία και επαγγέλματα. Σταδιακά κατέληξα σε μια λίστα που συμπυκνώνει την Έδεσσα, η οποία όμως ταυτόχρονα είναι μία μικρή πόλη 18.000 κατοίκων, την οποία μπορείς να γνωρίσεις περπατώντας σε μία μέρα. Εκεί χρειάζεται να ξαναβγείς από τον εαυτό σου γιατί όλα τα θεωρείς προβλέψιμα και δεν σκέφτεσαι τον αιφνιδιασμό, χρειάζεται ένα ατομικό ηλεκτροσόκ για να ξεχάσεις ότι ο περιπτεράς είναι σε εκείνη τη γωνία και ότι εκείνο είναι το σπίτι του συμμαθητή σου. Θέλει να οργώσεις από την αρχή με μάτια μικρού παιδιού την πόλη.
Αυτό ήταν και το στοίχημα, να ξανακοιτάξεις υπό νέο πρίσμα κάτι που ξέρεις πιο καλά και από την παλάμη σου, και αυτό νομίζω βγήκε στο βιβλίο. Η μεγαλύτερη επιτυχία όμως είναι οι αντιδράσεις του κόσμου της πόλης, που με σταματούν για να με ευχαριστήσουν που τους βοήθησα να ξαναδούνε. Στη ζωή άλλωστε πάντα παραπονούμαστε για αυτά που αντικρίζουμε καθημερινά, χωρίς να μπορούμε να δούμε πραγματικά. Επομένως αν με την προσπάθεια αυτή κατάφερα να ξυπνήσω, πρώτον από όλους, τον εαυτό μου και βοήθησα να γίνει το ίδιο και με άλλους ανθρώπους, είμαι πολύ χαρούμενος.
|